ἐπιζητεῖ

ἐπιζητεῖ
ἐπιζητέω
seek after
pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic)
ἐπιζητέω
seek after
pres ind act 3rd sg (attic epic doric ionic)
ἐπιζητέω
seek after
pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic)
ἐπιζητέω
seek after
pres ind act 3rd sg (attic epic doric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • ἐπιζήτει — ἐπιζητέω seek after pres imperat act 2nd sg (attic epic) ἐπιζητέω seek after pres imperat act 2nd sg (attic epic) ἐπιζητέω seek after imperf ind act 3rd sg (attic epic) ἐπιζητέω seek after imperf ind act 3rd sg (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ελλάδα - Τέχνη (Αρχαιότητα) — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΗ Η απαρχή της αρχαίας ελληνικής τέχνης τοποθετείται συνήθως περί το 1100 π.Χ., μετά την κάθοδο των Δωριέων. Μετά την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β’ και την ανάγνωση των πινακίδων των ανακτόρων της Πύλου, των Μυκηνών, των… …   Dictionary of Greek

  • εξπρεσιονισμός — ο (λ. γαλλ.), τεχνοτροπία των εικαστικών τεχνών, της λογοτεχνίας και της μουσικής, που εμφανίστηκε γύρω στο 1890 ως αντίδραση στον εμπρεσιονισμό και που επιζητεί να εκφράσει τον ψυχικό κόσμο του καλλιτέχνη και την αυθεντική εκδήλωση της… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • άσπουδος — ἄσπουδος, ον (Α) [σπουδή] Ι. 1. αυτός που δεν επιδιώκει κάτι σπουδαίο, που δεν έχει φιλοδοξίες 2. εκείνος τον οποίο δεν πρέπει κανείς να επιζητεί, ρ ασπούδαστος 3. ο αμελής, ο ράθυμος II. επίρρ. ἀσπούδως χωρίς φροντίδα, αμελώς …   Dictionary of Greek

  • αγαθός — ή, ό (Α ἀγαθός, ή, όν) καλός, χρηστός, ενάρετος νεοελλ. 1. καλόψυχος, άκακος 2. υπερβολικά εύπιστος, αφελής, ανόητος 3. το ουδ. ως ουσ. το αγαθό* αρχ. 1. συνετός, φρόνιμος 2. ευγενής στην καταγωγή 3. γενναίος, ανδρείος 4. αυτός που έχει επίδοση… …   Dictionary of Greek

  • αγώνας — Οι αρχαίοι ονόμαζαν στην αρχή α. τον τόπο συνάθροισης των πολιτών· αργότερα η λέξη κατέληξε να σημαίνει τον αθλητικό διαγωνισμό που γινόταν σε αυτό τον τόπο μπροστά στον λαό. Υπήρχαν α. διαφόρων ειδών και σε μερικές πόλεις τελούνταν ακόμα και… …   Dictionary of Greek

  • αιρετής — αἱρετὴς ( οῡ), ο (Α) 1. [αἱρῶ] ο ερευνητής αρχείων αυτός που επιζητεί κάτι «αἱρετὴς ἀγαθῶν» 2. [αἱροῡμαι] αυτός που διαλέγει …   Dictionary of Greek

  • αισχροκερδής — ές (Α αἰσχροκερδής) νεοελλ. αυτός που επιτυχαίνει αθέμιτα κέρδη αρχ. αυτός που επιζητεί αισχρά κέρδη. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἰσχρὸς + κερδής < κέρδος. ΠΑΡ. αισχροκέρδεια, αισχροκερδώ] …   Dictionary of Greek

  • ακαδημαϊσμός — Με τον όρο αυτό προσδιορίζεται η τέχνη εκείνη, η οποία είναι ενταγμένη σε ένα αισθητικό δόγμα που ακολουθεί έναν κώδικα προτύπων τα οποία θεωρούνται κλασικά. Ο καλλιτέχνης που ακολουθεί την αισθητική αυτή τάση, μελετά τα φυσικά σχήματα,… …   Dictionary of Greek

  • αλιεύς — ( έως), ο (Α ἁλιεύς) 1. αυτός που αλιεύει ψάρια, σπόγγους, κοράλλια κ.λπ., ο ψαράς 2. αυτός που με ζέση επιζητεί, επιδιώκει, συλλέγει κάτι αρχ. 1. θαλασσινός, ναυτικός, ναύτης 2. ως επίθ. θαλάσσιος, ναυτικός 3. είδος ψαριού, το είδος Lophius… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”